Είναι πράγματι εντυπωσιακή η άμυνα, αλλά και η άρνηση του ανθρώπου απέναντι σε έναν επικείμενο κίνδυνο, όπως μπορεί να είναι μια ασθένεια.
Κι όμως, αυτό δεν φαίνεται να συμβαίνει με την ίδια ένταση όταν πρόκειται για άλλους κινδύνους. Μια κακοκαιρία, για παράδειγμα, είναι κάτι για το οποίο προετοιμαζόμαστε νωρίτερα. Όπως προετοιμαζόμαστε και για την έλευση του χειμώνα: προμηθευόμαστε ξύλα, πετρέλαιο, στρώνουμε χαλιά στο σπίτι, φροντίζουμε ώστε να είναι ζεστό.
Ακόμη και απέναντι στην κακοκαιρία, όμως, πολλές φορές ο άνθρωπος έχει ανάγκη να φανεί δυνατός και ικανός να ανταπεξέλθει. Να αναδείξει τις άτρωτες πλευρές του, τις οποίες φυσικά δεν έχει. Πρόκειται, τελικά, για μια άνιση μάχη μεταξύ φύσης και ανθρώπου. Κι όμως, ο άνθρωπος επιλέγει να εκτεθεί.
Γιατί;
Ίσως γιατί ο κίνδυνος είναι ορατός. Η ισχύς του είναι εμφανής και, ταυτόχρονα, η διάρκειά του είναι παροδική. Ξέρουμε ότι η κακοκαιρία θα περάσει.
Η ασθένεια, από την άλλη, έχει διαφορετική μορφή, διάρκεια, ένταση και συμπτωματολογία. Έχει στάδια, έχει πόνο, έχει διακυμάνσεις, έχει έκφραση. Είναι έντονα ορατή και απαιτεί φροντίδα.
Αν με ρωτήσετε πόσο αυτονόητη μπορεί να είναι η φροντίδα, θα σας απαντήσω: καθόλου.
Φροντίζω δεν σημαίνει μόνο ότι γνωρίζω πώς να περιποιηθώ το τραύμα μου όταν αυτό εμφανιστεί.
Φροντίζω σημαίνει δίνω χρόνο. Προσέχω. Παρατηρώ τον εαυτό μου στην καθημερινότητά μου. Γνωρίζω τι μου αρέσει και κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ ώστε να απολαμβάνω τον εαυτό μου μέσα στην ημέρα μου.
Έτσι, όταν έρθει μια πτώση από ένα ποδήλατο, ένα χτύπημα, ένας ανήσυχος ύπνος, μπορώ να με φροντίσω. Γιατί γνωρίζω πού είναι το οινόπνευμα, πώς μπορώ να ηρεμήσω πριν από τον βραδινό ύπνο, αλλά και πώς μπορώ να διατηρώ καλύτερα την ισορροπία μου.
Στο άκουσμα, όμως, μιας ενημέρωσης αναφορικά με μια ασθένεια…
«Τρεχάτε ποδαράκια μου».
Για ποιο λόγο;
Η ενημέρωση σε καθιστά πλέον παρατηρητή της ζωής σου. Σε φέρνει σε μια θέση όπου χρειάζεται να κοιτάξεις λίγο πιο προσεκτικά τον εαυτό σου, τις συνήθειές σου, τους ανθρώπους γύρω σου.
Υπάρχουν ασθένειες που, μόνο στο άκουσμά τους, κανείς δεν χαίρεται.
Μια τέτοια ασθένεια είναι και η άνοια.
Άνθρωποι βάλλονται καθημερινά, λαμβάνουν τη διάγνωση και, έκτοτε, ξεκινά ένας αγώνας δρόμου που μοιάζει μεγαλύτερος ακόμη και από έναν μαραθώνιο.
Πρόκειται για ένα σπάρταθλον που αφορά όχι μόνο τον άνθρωπο που νοσεί, αλλά και τον φροντιστή του.
Και κάπου εδώ η γνώση γίνεται απαραίτητη.
Γιατί η ασθένεια εξελίσσεται και, πολλές φορές, ο φροντιστής μένει μόνος του να προσπαθεί να βελτιώσει μια κατάσταση που απαιτεί χρόνο, ενέργεια, γνώση και εξειδίκευση.
Ίσως, μάλιστα, να μην έχει πλέον σύμμαχό του ούτε τον άνθρωπο που νοσεί. Τα γνωστικά ελλείμματα μπορεί να έχουν εξελιχθεί τόσο, ώστε η συνεννόηση και η επικοινωνία να γίνονται ολοένα και πιο δύσκολες.
Κι όμως, πολλές φορές, ο φροντιστής θα επιλέξει να ζητήσει βοήθεια στη μέση ή ακόμη και προς το τέλος αυτής της διαδρομής.
Έως τότε δεν ήθελε να γνωρίζει.
Έως τότε ήθελε να είναι αμέτοχος.
Ίσως από φόβο μήπως κάποια στιγμή βρεθεί ο ίδιος σε αυτή τη θέση. Ίσως από φόβο μήπως νοσήσουν δικοί του άνθρωποι.
Είναι όμως η στιγμή που θέλουμε τη γνώση σύμμαχο και όχι αντίπαλο.
Γιατί όσο γνωρίζει κανείς τη συμπτωματολογία της άνοιας, τόσο περισσότερο μπορεί να κατανοήσει. Και όσο περισσότερο κατανοεί, τόσο περισσότερο μπορεί να φροντίσει.
Η άρνηση της γνώσης, τελικά, διασφαλίζει μια προσωρινή ανακούφιση.
Μας προστατεύει, για λίγο, από την αγωνία μιας ασθένειας που φέρνει τους ανθρώπους αντιμέτωπους με το τέλος μιας εποχής και την είσοδο σε μια άλλη. Μια άλλη εποχή που, μεταξύ άλλων, συνοδεύεται χρονικά και από την πραγματικότητα του θανάτου.
Αξίζει, όμως, ο φόβος του τέλους να αναιρεί; Να λαβώνει το εδώ και το τώρα;
Τη ζωή στο εδώ και το τώρα, που ρεαλιστικά είναι και ό,τι πιο πραγματικό έχουμε;
Ίσως τελικά η γνώση να μην μπορεί να αλλάξει το τέλος.
Μπορεί, όμως, να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο θα σταθούμε απέναντι στη διαδρομή μέχρι εκεί.
Και ίσως αυτό να είναι, τελικά, το σημαντικότερο.
Να μη φοβηθούμε τόσο πολύ την αλήθεια, ώστε να ξεχάσουμε να ζήσουμε τη ζωή που έχουμε σήμερα.


Αφήστε μια απάντηση